Κάποιοι ήταν «σπασικλάκια», κάποιοι άλλοι έπαιρναν τις αποβολές με το «καλημέρα», ορισμένοι ήταν «οι ταραξίες της τάξης» κι άλλοι οι «κοπανατζήδες». Γνωστά πρόσωπα της showbiz θυμούνται για το «Down Town» τα πιο ανέμελα χρόνια της ζωής τους!

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΧΑΜΠΑΛΗ

 

 

Γιώργος Καπουτζίδης

«Το δημοτικό σχολείο όπου πήγαινα ήταν στις Σέρρες. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δασκάλα στο δικό μου τμήμα ήταν η κυρία Ευανθία – η μητέρα μου. Την αγαπούσαν τα παιδιά στην τάξη, αλλά ήταν και αυστηρή. Ειδικά μαζί μου! Δεν γινόταν ο δικός της ο γιος να κάνει φασαρίες ή να μιλάει στο μάθημα – πόσο δε μάλλον να πάει μια μέρα αδιάβαστος. Εγώ δεν είχα και δικαιολογία, αφού, αν χρειαζόμουν βοήθεια, είχα τη μητέρα μου, που ήταν δασκάλα, στο σπίτι. Μια φορά, θυμάμαι, κάτι γύρισα να πω στον διπλανό μου. Το βλέμμα που μου έριξε ήταν τόσο πολύ αυστηρό, που θα ήταν καλύτερα να με μάλωνε! Δεν τη γλίτωσα, όμως, τα άκουσα για τα καλά στο σπίτι».

Δημήτρης Ουγγαρέζος

«Στο σχολείο πέρασα δύο φάσεις. Η πρώτη που ήμουν χοντρούλης, με σπυράκια και αφάνα μαλλί. Δηλαδή, το “φυτό”, “ο σπασίκλας” κλπ, όπως με έλεγαν κάποιοι, και η δεύτερη, στο λύκειο, που έγινα πρόεδρος του δεκαπενταμελούς και “καπετάν φασαρίας”. Ήμουν το παιδί που ξυπνούσε στις 6 το πρωί για να διαβάσει, έκανα επανάληψη δηλαδή και, κάθε Παρασκευή βράδυ, αντί να βγω έξω με τους φίλους μου, διάβαζα για να αράζω το σαββατοκύριακο. Ήμουν ο απουσιολόγος της τάξης στο λύκειο κι επειδή κρατούσα τις απουσίες, μου φαινόταν τεράστια ντροπή και ξεφτίλα το να πάρω εγώ απουσία. Τότε ήταν της μόδας ο Γιώργος Αλκαίος, ήταν στα πολύ πάνω του κι είχε το στιλ με το μαντήλι που το τύλιγε στον καρπό. Μου τη βαράει μια μέρα και δένω κι εγώ μια μπαντάνα στο χέρι μου και πάω σχολείο. Σε κάποια στιγμή, ο μαθηματικός μου λέει “τι είναι αυτό που φοράς;”, του εξηγώ και μου απαντά “Ουγγαρέζο, αποβάλλεσαι! Πέρνα έξω!”. H ντροπή μου, δεν υπήρχε… “Όχι, δεν πάω πουθενά!”, του απαντώ. Τελικά με απέβαλε, αλλά εγώ δεν έφυγα από την τάξη. Κι άλλη μία φορά με απέβαλαν, την Πρωταπριλιά που κάναμε πλάκα κι αλλάξαμε αίθουσες με το διπλανό τμήμα, ώστε να μπερδευτούν οι καθηγητές. Μπερδεύτηκαν και τελικά μας έδιωξαν ομαδικώς!».

Παναγιώτης Μπουγιούρης

«Η σχέση μου με την Κύπρο είναι δυνατή και καρμική. Ξεκινάει, μάλιστα, από τότε που πήγαινα σχολείο… Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, το σχολείο μου τότε, λίγο πριν αποφοιτήσω, αδελφοποιήθηκε με το Λύκειο του Κύκκου. Έτσι, λοιπόν, την πενθήμερη εκδρομή μας την έκανα στη Μεγαλόνησο, στα 17 μου, μαζί με την τάξη μου. Καταλαβαίνεις, το πρώτο ταξίδι στο εξωτερικό το λάτρεψα. Ερωτεύτηκα την Κύπρο από την πρώτη στιγμή! Έβλεπα την παλιά Λευκωσία, τα στενά, τα σοκάκια ήταν όλα τόσο μαγικά για μένα που δεν το πίστευα και, μέσα σ’ όλο αυτό, από τη μία ναι μεν δεν ήμουν στην Ελλάδα, από την άλλη δε, μιλούσαν όλοι ελληνικά. Μας καλοδέχτηκαν και μας αγκάλιασαν! Επομένως, η Κύπρος με σημάδεψε και στα μαθητικά μου τα χρόνια, αλλά και μετέπειτα στο επαγγελματικό κομμάτι, όπου εκεί έκανα πολλές δουλειές».

Στέλιος Κρητικός

«Τώρα πάμε 35 και κάτι χρόνια πίσω… Ήμουν στο γυμνάσιο κι είχα μέσα μου την αίσθηση του αγοριού που “ξυπνούσε”: Τους πρώτους έρωτες, τις πρώτες δυνατές φιλίες, τις εκδρομές μας, τις αταξίες μας, ακόμη και τις χυλόπιτες που έτρωγα τότε απανωτά από τα κορίτσια. Εμείς, ως μέλος του δεκαπενταμελούς που ήμουν τότε, κάναμε την ανατροπή και δεν πήγαμε πενταήμερη στη Ρόδο όπως όλοι, αλλά στην Κω. Στο καράβι, λοιπόν, βλέπω το κορίτσι που μου άρεσε τότε, από το άλλο τμήμα – γιατί στο δικό μου, όλες μου είχαν ρίξει χυλόπιτα. Τη βλέπω να κάθεται μόνη της, αλλά με τόσες χυλόπιτες, πού να πάω εγώ; Κώλωνα! Έτσι, λοιπόν, έβαλα τον κολλητό μου τότε, να πάει να της πει ότι μου αρέσει πολύ. Εκείνος, δεν μάσησε. Πήγε! Κι όπως πήγε ήρθε και μου σέρβιρε αυτός την απόρριψη. Έφαγα χυλόπιτα δια αντιπροσώπου και μάλιστα του είχε πει τότε εκείνη: “Ο Στέλιος δεν μου αρέσει καθόλου!”».

Ελευθερία Ελευθερίου

«Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που τελείωσα το σχολείο. Θυμάμαι, πήγαινα στο λύκειο Κοκκινοχωρίων, στο Φρέναρος. Κάθε μέρα είχα τη χαρά να βλέπω τους φίλους μου και τους καθηγητές μου. Επειδή έκανα και μουσικά μαθήματα από τότε, όλοι έδειχναν τεράστια κατανόηση αν τύχαινε να πάω αδιάβαστη, επειδή δεν προλάβαινα να διαβάσω και τα μαθήματα του σχολείου και τα μουσικά. Έτσι, όταν με σήκωναν στο μάθημα, τους έλεγα μόνο ό,τι άρπαζα από την παράδοση. Τα ψιλά-ψιλά δηλαδή, και μου απαντούσαν: “Ελευθερίου, παιδί μου, πάλι αδιάβαστη; Κατάλαβα, κάτσε κάτω…”. Και γελούσαμε όλοι στην τάξη. Αλλά ποτέ δεν δημιούργησα πρόβλημα, ούτε έκανα φασαρίες».

Μαρία Κορινθίου

«Δεν πήγα σε ιδιωτικό σχολείο, αλλά στο δημόσιο του Παλαιού Ψυχικού. Δεν είναι ότι ως παιδί τρελαινόμουν για τα μαθήματα, αλλά δεν είχα απέχθεια για το σχολείο, όπως άλλα παιδιά. Ούτε ήμουν η καλύτερη μαθήτρια. Κλασικά, είχα κάνει λίγες κοπάνες, μερικές φορές είχα πάει αδιάβαστη, αλλά πρόσεχα πολύ στην παράδοση. Όσο τα θυμάμαι τόσο καταλήγω ότι εκείνα ήταν τα πιο ανέμελα χρόνια της ζωής μου!».

Γιάννα Τερζή

«Ως μαθήτρια ήμουν αρκετά καλή, γιατί αγαπούσα το σχολείο. Το λάτρευα! Να σκεφτεί κανείς ξυπνούσα κάθε μέρα από τις 5.30 και στις 6.00 περίμενα τη μάνα μου να με πάει στο σχολείο. Μια μέρα -κι αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ- με σήκωσε ο μαθηματικός στον πίνακα. Κι όπως κρατούσε ο άνθρωπος τον διαβήτη, εκείνον τον ξύλινο, τον τεράστιο, για να κάνει ένα κύκλο, κάνει λίγο έτσι, του φεύγει και έρχεται το καρφί επάνω στο μέτωπό μου. Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα γιατί έγιναν όλα πολύ γρήγορα, όμως, άρχισαν να τρέχουν αίματα κι εκεί συνειδητοποίησα ότι κάτι συμβαίνει. Ο μαθηματικός, που ήταν κι ο αγαπημένος μου καθηγητής, έπαθε σοκ! Νόμιζε ότι θα χάσει τη δουλειά του ο άνθρωπος, ότι τραυματίστηκα σοβαρά. Ευτυχώς, δεν ήταν τίποτα, σταμάτησε το αίμα κι όλα καλά».

Αλέξανδρος Νατσάκος

«Το σχολείο δεν το μπορούσα καθόλου. Ήμουν ο “καπετάν κοπάνας”, έτσι με αποκαλούσαν όλοι. Μου την έσπαγαν τα μαθήματα, μου την έσπαγαν οι καθηγητές, ακόμη και τα κορίτσια που με απέρριπταν το ένα μετά το άλλο. Έτσι, λοιπόν, στην Γ’ γυμνασίου, κοπάνα στην κοπάνα, μένω στην ίδια τάξη από απουσίες. Όμως, τότε, ο νόμος έλεγε ότι αν μείνεις στην Γ’ γυμνασίου δεν πας τον Σεπτέμβριο σχολείο να επαναλάβεις την τάξη, αλλά δίνεις απευθείας τον Ιούνιο εξετάσεις. Έτσι κι εγώ ήξερα σε ποια τάξη να μείνω. Έκατσα ένα χρόνο στο σπίτι και πήγα τον Ιούνιο κι έδωσα. Ήμουν πολύ έξυπνος!».

Ειρήνη Κολιδά

«Στο σχολείο ήμουν το απόλυτο “φυτό”! Ποτέ δεν πήγα αδιάβαστη. Ούτε μία μέρα! Ούτε κοπάνες έκανα. Βαρετή ήμουν, ε; Τέτοιες μέρες, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, ήμουν στο σπίτι, κλεισμένη στο δωμάτιό μου κι έντυνα με αυτοκόλλητο τα βιβλία μου. Μόνη μου, δεν ήθελα τη βοήθεια των δικών μου. Μου άρεσε η μυρωδιά του βιβλίου και του καινούριου τετραδίου. Και μέχρι σήμερα δηλαδή. Αυτό ξεχωρίζω, όμως, ήταν ένα σκηνικό στην Γ’ λυκείου. Κλασικά, μας είχαν πάει εκδρομή στη Ρόδο. Όλη την ημέρα ήμασταν έξω, είχαμε λυσσάξει, γύρω-γύρω όλο το νησί και το βράδυ που γυρίζαμε για να πάμε με τους καθηγητές μας για φαγητό, θυμάμαι πως δεν κατέβαινε κανείς γιατί πέφταμε ξεροί για ύπνο κι εκείνοι απορούσαν!».

Steve Milatos

«Η χρονιά που θυμάμαι πολύ έντονα ήταν εκείνη της Γ’ λυκείου. Όταν τελείωσα τη Β’ λυκείου, εκείνο το καλοκαίρι ήταν της μόδας να είσαι λίγο πιο τσόγλανος. Δηλαδή, σκουλαρίκια, τατουάζ, σκισμένα τζιν, ατημέλητα μαλλιά. Γενικά, ήταν η πιο χύμα φάση. Τον Σεπτέμβριο σκάω μύτη στο σχολείο, λοιπόν, έτσι ακριβώς. Το σκουλαρίκι δε, έκανε μπαμ. Έφαγα αποβολή, την πρώτη μέρα, στην πρώτη ώρα, από το πρώτο λεπτό! Με πέταξε έξω ο δάσκαλος στο πι και φι! Εντάξει, με τον καιρό το δέχτηκαν. Για την ακρίβεια με ανέχτηκαν!».

Αποστολία Ζώη

«Δεν μπορώ να πω ότι είμαι από τους ανθρώπους που τους έλειψε πολύ το σχολείο. Δεν τρελαινόμουν, αλλά ήμουν καλή σχετικά μαθήτρια. Μια φορά ήθελα να κάνω κι εγώ κοπάνα στη ζωή μου για να πω “ok, το έκανα κι αυτό”, όπως τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας μου. Θυμάμαι ήμουν στο γυμνάσιο και σκέφτηκα να μην πάω μόνο σε μια ώρα ενός μαθήματος, αλλά να πάω για καφέ. Όπως στρίβω τη γωνία να φύγω, βλέπω τον πατέρα μου να ανεβαίνει. “Τι να κάνω;”, λέω μέσα μου. Ήταν η μοναδική φορά που έκανα κοπάνα στη ζωή μου και εκείνη τη στιγμή διάλεξε ο πατέρας μου να έρθει στο σχολείο για να ρωτήσει για την πρόοδό μου! Ήταν εκπαιδευτικός κι εκείνος και το είχε πάρει ζεστά το θέμα. Όταν του είπαν ότι δεν ήμουν εκεί κι έλειπα, περιττό να αναφέρω το τι έγινε στο σπίτι! Ο κακός χαμός! Μια φορά είπα να κάνω κι εγώ κοπάνα σαν άνθρωπος και μου βγήκε ξινή».

Αφροδίτη Γεωργίου

«Τα μαθητικά τα χρόνια είναι ένα γλυκό κομμάτι στην καρδιά μου! Όταν ταξιδεύω σε εκείνα τα χρόνια, οι αναμνήσεις είναι όμορφες, οι περισσότερες, τουλάχιστον! Θυμάμαι πιο έντονα τις στιγμές με την παρέα στην αυλή του σχολείου, να καθόμαστε στο έδαφος, σταυροπόδι σε κύκλο και να λέμε από την πιο κρυφή μας σκέψη μέχρι μια σαχλαμαρίτσα για να περάσει η ώρα. Γελάσαμε πολύ, εξομολογηθήκαμε πολλά, μοιραστήκαμε χαρές και ανησυχίες εκείνης της ηλικίας που τότε φάνταζαν “τεράστιες”! Τώρα τα θυμόμαστε σαν όνειρο. Το πιο υπέροχο από όλα, όμως, ξέρετε ποιο είναι; Ακριβώς αυτούς τους φίλους έχω και σήμερα, σαν να μην πέρασε μια μέρα! Χρόνια αργότερα, και είμαστε οι ίδιοι (ok, λίγο πιο ώριμοι). Τα θεμέλια αυτής της σχέσης ζωής, λοιπόν, μπήκαν ακριβώς εκεί: Στα θρανία!».

Λούης Πατσαλίδης

«Είμαι ένας άνθρωπος που λάτρευε το σχολείο και έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις! Λόγω και κάποιων οικογενειακών θεμάτων που είχαμε, τότε, το σχολείο ήταν η δεύτερη οικογένεια μου. Βέβαια, αυτό δεν σήμαινε ότι ήμουν και ο πιο φρόνιμος μαθητής, αντιθέτως! Θυμάμαι πάρα πολλές τρέλες που κάναμε με τους συμμαθητές μου και μεταξύ μας αλλά και με τους καθηγητές! Επειδή είμαι παιδί των 90’s, εκείνη την περίοδο ήταν στο απόγειό της η ταινία “The karate kid”. Σ’ ένα διάλειμμά μας, λοιπόν, προσπάθησα να κάνω επίδειξη των ικανοτήτων μου στις αεροκλοτσιές! Το αποτέλεσμα ήταν να σκάσω στο έδαφος όπως την παττίχα, και μέχρι σήμερα στα reunion με τους συμμαθητές μου, θυμόμαστε το περιστατικό και γελάμε! Και όπως λέει και το γνωστό τραγούδι “…μα εγώ θα έδινα τα πάντα να γινόμουνα πάλι παιδί πίσω να βρισκόμουνα στις ίδιες τάξεις στα ίδια θρανία…”».

Έλενα Ευσταθίου

«Πήγα σχολείο το 1972… Ξεγνοιασιά, χαρά, πρώτα γράμματα. Το 1974 μάς βρίσκουν τα τραγικά γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής και αλλάζουμε σχολείο. Γινόμαστε ξαφνικά διπλάσια παιδιά. Θυμάμαι να πηγαίνουμε σχολείο μια βδομάδα πρωί και μια απόγευμα. Αργότερα, τρεις μέρες πρωί και τρεις απόγευμα. Ναι, πηγαίναμε και Σάββατο! Θυμάμαι τους δασκάλους και τους καθηγητές μου με ευγνωμοσύνη για όσα μας δίδαξαν, σε μια περίοδο ιδιαιτέρως σκληρή! Θυμάμαι την καθηγήτρια μας της μουσικής να βουρκώνει σε κάθε τραγούδι που μας μάθαινε, γιατί ο άντρας της ήταν αγνοούμενος. Δεν θυμάμαι να είχαν θέματα με τα 40λεπτα, ούτε με το ποιος θα μοιράσει τα βιβλία. Δούλευαν σκληρά και έβγαλαν παιδιά με παιδεία και αρχές!».

 

Πηγή : Περιοδικό Down Town, τεύχος 613