Κοινωνική, αισθηματική κομεντί για τον ΑΝΤ1

Τηλεοπτική περίοδος: 2018-19.

 

Σ΄ ένα φοιτητικό πάρτι στον Πρωταρά, ο Δημήτρης, φοιτητής της ιατρικής, γνωρίζει τη Μαρία, φοιτήτρια της Νομικής, που μπαίνει στη ζωή του κυριολεκτικά σαν σίφουνας. Η Μαρία του ζητά να παριστάνει το αγόρι της, για να σταματήσει να την ενοχλεί κάποιος άλλος. Όμως με τις διαχύσεις της Μαρίας ο ντροπαλός με τις γυναίκες Δημήτρης παθαίνει κεραυνοβόλο έρωτα. Απογοητεύεται όμως σφόδρα όταν μαθαίνει πως τελικά ο άλλος, ο Τάσος, είναι στην πραγματικότητα το αγόρι της κι ότι ουσιαστικά η Μαρία χρησιμοποίησε τον Δημήτρη για να τον εκδικηθεί για τα τσιλημπουρδήματά του με άλλες.

Παρόλα αυτά, τις επόμενες ημέρες η Μαρία με μηνύματα, τηλεφωνήματα αλλά και μέσα από κάποιες άλλες, περίεργες συγκυρίες διατηρεί επαφή με τον Δημήτρη, με μια ωστόσο αινιγματική συμπεριφορά απέναντί του. Την ίδια στιγμή μια αδελφική φίλη του Δημήτρη προσπαθεί να τον φέρει κοντά με τη Βίκη, μια φίλη της που είναι ταυτόχρονα και κολλητή της Μαρίας. Η Βίκη θέλει πολύ τον Δημήτρη, γιατί τον θεωρεί σοβαρό παιδί, με στόχους και διαφορετικό από τους άλλους. Όμως κάθε φορά που προσπαθεί να τον προσεγγίσει μπλέκεται η Μαρία μέσα στα πόδια της.

Ένα μεγάλο μυστικό, κρυμμένο στο παρελθόν σύντομα θα περιπλέξει ακόμη περισσότερα τα πράγματα στον κυοφορούμενο έρωτα ανάμεσα στον Δημήτρη και τη Μαρία. Το μυστικό αφορά τον βιολογικό πατέρα του Δημήτρη, που ήταν για 28 ολόκληρα χρόνια χαμένος και ξαφνικά είναι πάλι εδώ τριγύρω. Η κυρία Σταυρούλα γέννησε τον Δημήτρη το 1990. Ήταν τότε σε δεσμό με ένα Αθηναίο φαντάρο της ΕΛΔΥΚ. Ο Ντίνος, έτσι τον έλεγαν, αγαπούσε την Σταυρούλα κι όταν αυτή έμεινε έγκυος κι αποφάσισε να κρατήσει το παιδί, ο Ντίνος ήταν έτοιμος να μείνει μαζί της. Όμως δέχτηκε τρομερή πίεση από τους γονείς του και τελικά την εγκατέλειψε την ημέρα της γέννας. Από τότε η Σταυρούλα αφοσιώθηκε στο γιο της και δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Τον μικρό Δημήτρη τον υιοθέτησε ο θείος του, ο Λοΐζος, έπειτα από επιθυμία της γυναίκας του, της Χρυσάνθης, που ήταν αδελφή της Σταυρούλας κι ήθελε με τον τρόπο αυτό να προστατέψει την αδελφή της και το μωρό της.

Ωστόσο η Χρυσάνθη πέθανε από την ανίατη ασθένεια λίγα χρόνια αργότερα, τη μέρα που έφερε στον κόσμο το δεύτερό της παιδί, τον Άγγελο. Είχε ήδη τότε ένα μεγαλύτερο γιο, τον Χρίστο. Τα δυο αγόρια της Χρυσάνθης, μαζί με τον εξάδελφό τους τον Δημήτρη, τα μεγάλωσαν η Σταυρούλα και ο Λοΐζος, μέσα σε μια ιδιότυπη οικογένεια, στην οποία οι γονείς δεν είναι σύζυγοι, αλλά κουνιάδα και γαμπρός.

Από την άλλη, η Μαρία μεγάλωσε σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας της είναι ο Κώστας Αθανασιάδης, χειρούργος – καρδιολόγος, από την Αθήνα. Η μητέρα της είναι η Άννα Αθανασιάδη, δικηγόρος, γόνος πλούσιας οικογένειας από τη Λεμεσό. Μόνο που η Μαρία δεν είναι βιολογική κόρη του Κώστα, αλλά καρπός μιας επιπόλαιης σχέσης που είχε στα 18 της, με ένα παλιόπαιδο, τον Μελή, τον οποίο ο γονείς της Άννας, ο Μιχαλάκης και η Άλμα (Μαρία) Χρυσοχού, κατάφεραν με τη μεγάλη τους δύναμη και με τη μέθοδο της απειλής, να τον απομακρύνουν από τη ζωή της. Ωστόσο η Άννα κράτησε το μωρό της, έπειτα από απαίτηση των γονιών της, οι οποίοι ήταν θεοσεβούμενοι και θεωρούσαν μεγάλη αμαρτία το να κάνει η κόρη τους άμβλωση. Μάλιστα μεγάλωναν αυτοί για μερικά χρόνια το παιδί, όταν η Άννα πήγε για σπουδές στο Λονδίνο, εκεί όπου γνώρισε και τον έπειτα σύζυγό της, τον Κώστα.

Να όμως που το παλιόπαιδο εκείνο, ο Μελής, μεγάλος και τρανός πια σήμερα στα κυκλώματα του εύκολου κέρδους, έρχεται να διεκδικήσει ξανά την πατρότητα της Μαρίας, με ένα τρόπο παραπάνω από εκβιαστικό. Κοντά του δουλεύει και ο Χρίστος, ο γιος του Λοΐζου και εξάδελφος του Δημήτρη. Αυτός ξέρει πως ο εξάδελφός του αγαπά τη Μαρία και τον βοηθά να την κερδίσει, όμως την ίδια στιγμή τον βλέπουμε να παίζει και το παιχνίδι του κακού Μελή. Ή μήπως τελικά όχι; Μήπως «παίζει» κάτι άλλο που θα το μάθουμε πολύ αργότερα;

Στο μπλέξιμο αυτό προστίθεται και η πολύ καλή σχέση που έχει αναπτύξει ως ασκούμενος γιατρός ο Δημήτρης με τον πατέρα της Μαρίας, τον γιατρό Κώστα Αθανασιάδη. Ο Κώστας αντιμετωπίζει τον Δημήτρη σαν ένας πολύ καλός, μεγαλύτερος σε ηλικία, φίλος. Μάλιστα τον συμβουλεύει κι αυτός πώς θα καταφέρει να κατακτήσει την κοπέλα που αγαπά, χωρίς ωστόσο να ξέρει ότι η κοπέλα που αγαπά ο Δημήτρης είναι η θετή κόρη του…

Ο έρωτας του Άγγελου, ξαδέλφου του Δημήτρη, με μια κοπέλα από την Ελλάδα, που τράκαρε μαζί της και παραλίγο να τη σκοτώσει, η πρόταση γάμου που κάνει στην Σταυρούλα ο κύριος Αδάμος, το αφεντικό της και η θλίψη που αυτή η πρόταση προκαλεί στον Λοΐζο, τα ατέλειωτα φλερτ του Νίκου, που είναι ο καλύτερος φίλος του Δημήτρη καθώς και αρκετές άλλες αληθινές και οικίες στον καθένα μας καταστάσεις ζωής, είναι τα στοιχεία που έρχονται να συμπληρώσουν τις λεπτομέρειες του σκηνικού, σε μια κοινωνική κομεντί, που με πολλή αγάπη θα προσπαθήσει να ντύσει με χαμόγελα και γλυκά συναισθήματα την καθημερινότητά μας.

Σενάριο:                                     Κωνσταντίνος Οδυσσέως

Σκηνοθεσία:                              Κωνσταντίνος Πατσαλίδης

Καλλιτεχνική επιμέλεια:         Σταύρος Ποταμάρης

Σεναριογραφική ομάδα:         Χρήστος Γρηγοριάδης

Μαρίνα Βρόντη

Χριστίνα Κωνσταντίνου

Άρης Κυπριανού

Πρωταγωνιστούν:                  Δώρα Κακουράτου, Ανδρέας Τσουρής, Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, Έλενα Χριστοφή, Μαρία Μιχαήλ, Γιώργος Τζωρτζής, Κωνσταντίνος Τσιολής, Γρηγόρης Γεωργίου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Άλκης Χρίστου, Μαρίλια Χαριδήμου, Σκεύη Παπαμιλτιάδους, Σαββίνα Γεωργίου, Ευφροσύνη Κουτσουβέρη, Γιώργος Ευαγόρου, Ντόρα Μακρυγιάννη, Χρίστος Κυριάκου, Βασίλης Χαραλάμπους, Δέσποινα Χρυσάνθου, Άντρεα Δημητρίου.

Τα πρόσωπα:

 

Άλμα Χατζηγιωργάκη Χρυσοχού (Δώρα Κακουράτου) – 70 ετών, αριστοκράτισσα κυρία, μητέρα της Άννας.

 

Μεγαλοκυρία από αριστοκρατική οικογένεια, σύζυγος του μεγαλοδικηγόρου Χρυσοχού και αγνώστου ημερομηνίας γεννήσεως. Η ίδια υποστηρίζει ότι έλκει την καταγωγή της από τη γενιά του γνωστού δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου. Γυναίκα δυναμική, είναι πάντα ευγενική στους τρόπους της και στην ομιλία της, όμως είναι αυτό που λέμε στην Κύπρο «όση είναι πάνω από τη γη είναι κι από κάτω». Έχει πολλές διασυνδέσεις και γνωριμίες, λόγω και της δικής της καταγωγής αλλά και λόγω του επαγγέλματος του αείμνηστου συζύγου της, του Μιχαλάκη (Λάκη) Χρυσοχού, ενός από τους πιο γνωστούς μεγαλοδικηγόρους της Λεμεσού. Είναι ηγετική φυσιογνωμία στην οικογένειά της και καταφέρνει πάντα με τον τρόπο της να οδηγεί τα πράγματα εκεί που θέλει.

 

Λοϊζος Χριστάκη Κόκοτας (Ανδρέας Τσουρής) – 59 χρονών, ιδιοκτήτης ψησταριάς, θείος του Δημήτρη και του Άγγελου και πατέρας του Χρίστου.

Γεννήθηκε στην Βορόκλινη το 1959. Το όνομά του είναι Λοΐζος αλλά οι φίλοι του τον φωνάζουν άλλοτε Λούη κι άλλοτε … Κόκοτα. Γιος του Χριστάκη του πραματευτή, στα παιδικά του χρόνια πουλούσε μαζί με τον πατέρα του «πωρικά» στα πανηγύρια, ενώ αργότερα το γύρισαν στο καζαντί.

Του άρεσε πάρα πολύ να τραγουδά. Ήταν ταλέντο από μικρό παιδί. Μάλιστα πολλές φορές ο πατέρας του, προκειμένου να προσελκύσει κόσμο στην «καλύφη» ή στο καζαντί που είχε στημένο στο πανηγύρι, έβαζε τον μικρό να τραγουδά τις μεγάλες επιτυχίες της εποχής, όπως τα «περιφρόνα με γλυκιά μου», «άναψε το τσιγάρο δώσ’ μου φωτιά» και φυσικά το μεγάλο του σουξέ «Νικολάκης το Τζιτζίκι».  Στα εφηβικά του χρόνια, αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισε να τραγουδά τα «ελαφρολαϊκά» της εποχής. Τότε ήταν που του κόλλησαν οι φίλοι του το παρατσούκλι «Κόκοτας», επειδή τραγουδούσε τα τραγούδια του Σταμάτη Κόκοτα μιμούμενος με επιτυχία και τη φωνή του.  Ήταν τότε που ονειρευόταν να γίνει τραγουδιστής. Μάλιστα, μόλις τελείωσε τον στρατό, πήγε στην Αθήνα για να δουλέψει στα μπουζούκια, κοντά στον Γιώργο Ζαμπέτα, αλλά κάτι πήγε στραβά κι επέστρεψε στην Κύπρο. Τόση ήταν η απογοήτευσή του που δεν ήθελε ούτε στους γάμους να τραγουδά πια.

Έφυγε για να δουλέψει στα καράβια, αλλά σε μια επιστροφή του, όταν ήταν 23 χρονών, ερωτεύτηκε την όμορφη Χρυσάνθη, προσφυγοπούλα από τον Καραβά κι έτσι ξεμπάρκαρε νωρίς, για τα όμορφα μελαγχολικά της μάτια. Η Χρυσάνθη ήταν τότε 20 χρονών κι ήταν ήδη μια πολύ καλή ράφτρα. Ζούσε με τη μάνα της και την κατά 6 χρόνια μικρότερη αδελφή της, την Σταυρούλα, στο μικρό προσφυγικό τους σπίτι στον συνοικισμό της Ανθούπολης.

Στον όμορφο Καραβά η Χρυσάνθη κι η Σταυρούλα έζησαν μιαν ανέμελη παιδική ζωή. Είχαν ένα απέραντο κτήμα με λεμονιές και πορτοκαλιές κι ο πατέρας της μόλις είχε ξεκινήσει να κάνει εξαγωγές και να αποσβένει το κόστος των σύγχρονων μηχανισμών άρδευσης και άλλων γεωργικών μηχανημάτων που είχε αγοράσει. Εκεί που όλα πήγαιναν ρολόι, ήρθε ξαφνικά η τουρκική εισβολή και τα γκρέμισε όλα.

Στην προσφυγιά ο πατέρας της, έχοντας χάσει τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη και μένοντας μόνο με τα χρέη, μαράζωσε και πέθανε ένα χρόνο μετά την εισβολή, το 1975.

Ο Λοΐζος γνώρισε την Χρυσάνθη το 1982 και την παντρεύτηκε το 1984, δυο μήνες μετά που γεννήθηκε ο γιος τους, ο Χρίστος. Πριν την γνωρίσει, ο Λοΐζος έκανε τον εργάτη τότε που χτίζονταν οι προσφυγικοί συνοικισμοί, ύστερα έκανε τον υδραυλικό, τον ηλεκτρολόγο, τον πελεκάνο (ξυλουργό), τον αγγελιοφόρο. Ήταν πρόθυμος να κάνει κάθε δουλειά προκειμένου να μην λείψει τίποτε στη γυναίκα και στο παιδί του. Ωστόσο δύο χρόνια μετά τη γέννηση του Χρίστου κι ενώ προσπαθούσαν να κάνουν ένα δεύτερο παιδί, το 1986, η Χρυσάνθη αρρώστησε και πάλεψε πεισματικά με τον καρκίνο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Το 1994 όλα έδειχναν ότι ξεπέρασε την αρρώστια. Μάλιστα ένα χρόνο μετά έμεινε έγκυος. Όμως στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της οι γιατροί της είπαν ότι θα έπρεπε να κάνει αποβολή γιατί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να χάσει τη ζωή της στον τοκετό. Επέμενε πεισματικά να γεννήσει το παιδί της και τελικά συνέβη το χειρότερο. Η Χρυσάνθη πέθανε το 1996, σε ηλικία 34 χρονών.

Έξι χρόνια πριν το θάνατο της Χρυσάνθης, δηλαδή το 1990, η αδελφή της, η Σταυρούλα, γέννησε τον Δημήτρη. Όμως την ίδια μέρα η ανακάλυψε ότι την εγκατέλειψε ο εξ Ελλάδος φαντάρος της ΕΛΔΥΚ, με τον οποίο είχε σχέση.  Για να στηρίξει στην πράξη την αδελφή της και να την προστατέψει από τις κακές γλώσσες, η Χρυσάνθη ζήτησε από τον άντρα της να υιοθετήσει το παιδί της αδελφής της.

Ο θάνατος της Χρυσάνθης υπήρξε μεγάλο χτύπημα για τον Λοΐζο. Η ζωή του γύρισε ανάποδα κι έπεσε σε κατάθλιψη. Έφυγε  ξανά στα καράβια, όπου έκανε άλλα δύο χρόνια. Το Χρίστο και τον Άγγελο τους ανάλαβε σαν δεύτερη μάνα η Σταυρούλα και τους φρόντιζε μαζί με το δικό της παιδί, τον Δημήτρη, με τα χρήματα που της έστελνε ο Λοΐζος αλλά και με ένα συγκεκριμένο ποσό που της έστελνε κάθε μήνα ανελλιπώς με επιταγή στο όνομά της κάποιος άγνωστος, κάτι ωστόσο που η ίδια κρατούσε κρυφό από όλους.

Κάποια στιγμή ο Λοΐζος κατάφερε να ανοίξει μια ψησταριά – ταβέρνα και βρήκε το στοιχείο του. Του αρέσει να ψήνει, να κουβεντιάζει με τους πελάτες του, να λέει τις ιστορίες του και να ακούει τις δικές τους, να ακούει τα προβλήματά τους και να τους δίνει συμβουλές και ενίοτε να αλληλοπειράζονται.

Στην ψησταριά – ταβέρνα εργάζεται σαν βοηθός του η Δέσπω Σιημητρά, μια ζωντοχήρα γύρω στα 47. Λαϊκιά γυναίκα, ντόμπρα, είναι κρυφά ερωτευμένη με τον Λοΐζο, αλλά αυτός δεν το έχει πάρει χαμπάρι. Στην πραγματικότητα η Δέσπω βλέπει στο πρόσωπο του Λοΐζου έναν άντρα με καλοσύνη και βαθιά ανθρωπιά, που έφαγε τη ζωή με το κουταλάκι. Σε αντίθεση με τον πρώην της, που ήταν ένας εγωκεντρικός άνθρωπος, που κοίταζε μόνο τον εαυτό του, ήταν ανεύθυνος με την οικογένειά του και «γκομένιαζε» σε κάθε ευκαιρία με μικρούλες. Στην ψησταριά κάνει το ντελίβερι μπόι ο γιος της Δέσπως, ο Λένος.

Τα αισθήματά του για  τη νύφη του είναι κάπως πολύπλοκα. Την εκτιμά βαθιά για την αξιοπρέπεια και την αγάπη της προς τα παιδιά τους. Την ίδια στιγμή του θυμίζει πολύ τη Χρυσάνθη. Δεν είναι ερωτευμένος μαζί της, αλλά νιώθει μεγάλη αγάπη και στοργή γι’ αυτήν. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να της πει με τρόπο ότι θα μπορούσαν να γίνουν ανδρόγυνο, όμως εκείνη δεν έχει καμία διάθεση να αναμετρηθεί για άλλη μια φορά με την κοινωνία.

Άνθρωπος καλός, αγαπησιάρης, ο Λοΐζος δεν υπάρχει περίπτωση να δει λυπημένα τα παιδιά του και να μην κάτσει μαζί τους να μιλήσουν.  Έχει κι ένα μυστικό: Όταν είναι μόνος στο σπίτι τού κάνει παρέα η Χρυσάνθη, με τα μεγάλα θλιμμένα μάτια, όπως ήταν τότε, λίγο πριν φύγει για πάντα.

 

Σταυρούλα Θεωρή (Έλενα Χριστοφή) – 52 χρονών, ιδιαιτέρα γραμματέας σε εμπορική εταιρία, μητέρα του Δημήτρη, κουνιάδα του Λοΐζου και θεία των Χρίστου και Άγγελου.

Γεννήθηκε στον Καραβά το 1968 κι ήταν το δεύτερο παιδί της Πολυξένης και του Δημητράκκου Θεωρή. Ο πατέρας της ήταν γεωργός, όχι μόνο από ανάγκη αλλά κι από συνειδητοποιημένη αγάπη για τη γη. Μάλιστα ό,τι λεφτά έβγαζε από την παραγωγή του τα έδινε για να αγοράζει χωράφια. Το 1971 χρεώθηκε για εκσυγχρονίσει τη δουλειά του με σύγχρονα συστήματα άρδευσης και νέα γεωργικά μηχανήματα. Η παραγωγή του αυξήθηκε κι άρχισε τις εξαγωγές. Ήρθε όμως η τουρκική εισβολή και τα γκρέμισε όλα. Η περιουσία του χάθηκε και του έμειναν τα χρέη. Πέθανε μαραζωμένος ένα χρόνο μετά την εισβολή, μέσα στο αντίσκηνο της προσφυγιάς, καταλείποντας τη γυναίκα του και τις δύο του κόρες. Η Σταυρούλα ήταν τότε μόλις 7 χρονών κι η μεγαλύτερη αδελφή της 13.

Όταν χτίστηκε ο συνοικισμός της Ανθούπολης, το 1976, η κυβέρνηση τους έδωσε σπίτι εκεί κι έφυγαν από το θλιβερό αντίσκηνο στις Κόκκινες Στροβόλου, μέσα στο οποίο έζησαν για δύο χρόνια.  Στο συνοικισμό 5 χιλιάδες άνθρωποι ζούσαν στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες, σε μια ζωή πολύ διαφορετική από εκείνη που ζούσε η μικρή Σταυρούλα στον Καραβά. Το 1984 που παντρεύτηκε η αδελφή της, η Χρυσάνθη, τον Λοΐζο Χριστάκη, αυτή ήταν 16 χρονών και πάντα θυμάται ότι αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη τους στιγμή από τότε που πέρασαν στην προσφυγιά.

Η Χρυσάνθη ασχολήθηκε με το ράψιμο μόλις τελείωσε το γυμνάσιο (που ήταν και λύκειο τότε) του Στροβόλου. Θήτευσε κοντά σε μια πολύ καλή ράφτρα, την κυρία Τασούλα Φυλακτή, που ήταν συγχωριανή τους από τον Καραβά κι έμενε κι αυτή στο συνοικισμό της Ανθούπολης, όπου ήταν κι η πελατεία της. Ωστόσο η μαθήτρια έγινε καλύτερη από τη δασκάλα της κι η φήμη της βγήκε έξω από τα σύνορα του συνοικισμού. Όταν παντρεύτηκε η Χρυσάνθη τον Λοΐζο και με οικονομική βοήθεια από το κράτος αγόρασαν ένα σπίτι στην Αγλαντζιά. Συμπωματικά μερικά χρόνια αργότερα βγήκε σε πώληση το διπλανό σπίτι, το οποίο αγόρασε (και πάλι με κρατική βοήθεια και χαμηλότοκο δάνειο) η Σταυρούλα, όταν ήταν 21 χρονών και είχε αρχίσει ήδη να δουλεύει ως ιδιαιτέρα γραμματέας σε εμπορική εταιρία, καθώς είχε τελειώσει γραμματειακές σπουδές σε ιδιωτική σχολή.

Στην εταιρία αυτή η Σταυρούλα δουλεύει μέχρι και σήμερα, αλλά στο σημείο που ξεκινά η ιστορία μας, το αφεντικό της, ο κύριος Αδάμος Αδαμαντίδης βγαίνει με αφυπηρέτηση αφυπηρετήσει και παραδίδει τη διεύθυνση  της εταιρίας στον μεγαλύτερο του γιο, Θέμη Αδαμαντίδη, ο οποίος φαίνεται ότι δεν την χρειάζεται πλέον…

Όταν η Σταυρούλα έγινε 21 ετών γνώρισε ένα φαντάρο από την Αθήνα, τον Κώστα, 25 ετών, που υπηρετούσε τότε, το 1989, στην ΕΛΔΥΚ. Τα έφτιαξαν κι εκείνος άρχισε να της πουλά φούμαρα για σοβαρή σχέση. Όταν όμως η Σταυρούλα έμεινε έγκυος, εκείνος της ζήτησε να το ρίξει. Η Σταυρούλα σκέφτηκε πολύ τι θα κάνει με το παιδί. Το ανακοίνωσε και στη μητέρα της, η οποία, παρά την πίκρα και την οργή της, είπε στην κόρη της ότι έπρεπε να κρατήσει το παιδί. Πρώτα πρώτα διότι δεν είχε δικαίωμα να το σκοτώσει κι έπειτα επειδή αν το κρατούσε, ο «Καλαμαράς» θα έμενε μαζί της. Η μάνα ήταν πολύ θετική στην ιδέα η κόρη της να αποκατασταθεί με ένα πλουσιόπαιδο όπως ο Ντίνος Αθανασιάδης.

Ο Ντίνος αν και πολύ προβληματισμένος έμεινε κοντά στην Σταυρούλα, μέχρι το βράδυ που έσπασαν τα νερά της και την έτρεξαν στο Μακάρειο Νοσοκομείο. Τη στιγμή που γέννησε το μωρό της ανακάλυψε ότι ο Ντίνος δεν ήταν εκεί. Την επομένη κατάλαβε ότι δεν θα ερχόταν ποτέ ξανά.

Ωστόσο από τότε και κάθε μήνα ανελλιπώς η Σταυρούλα έβρισκε αρχικά στο ταχυδρομικό κουτί της μάνας της στο συνοικισμό και τα τελευταία χρόνια στο δικό της κουτί, φάκελο με συγκεκριμένο ποσό σε χαρτονομίσματα. Προφανώς ο άγνωστος αποστολέας ήξερε τη διεύθυνσή της μάνας της μέχρι που έμαθε και τη δική της.

Για τα χρήματα αυτά ξέρει μόνο η μάνα της – που τα έχει δει – και κανένας άλλος. Ούτε καν ο Δημήτρης, παρόλο που η Σταυρούλα τα ξόδευε ή τα αποταμίευε αποκλειστικά γι’ αυτόν.  Η Σταυρούλα είναι σίγουρη πως τα χρήματα αυτά τα στέλνει ο Ντίνος για το παιδί τους κι αυτή η απειροελάχιστη χειρονομία ανθρωπιάς, από τον άνθρωπο που την εγκατέλειψε, συντηρεί βαθιά μέσα της μια κρυφή ελπίδα ότι κάποτε αυτός θα επιστρέψει μετανιωμένος κοντά της…

Όταν γεννήθηκε ο μικρός Δημήτρης, τον υιοθέτησε ο θείος του, ο Λοΐζος Χριστάκη, έπειτα από επιθυμία της αδελφής της, της Χρυσάνθης, που ήθελε να προστατέψει όσο μπορούσε την Σταυρούλα και το μωρό της από την κακία της κοινωνίας. Ωστόσο το 1996 η Χρυσάνθη πέθανε νικημένη από τον καρκίνο, την ημέρα που γεννούσε τον δεύτερό της γιο, τον Άγγελο. Έτσι η Σταυρούλα ανάλαβε από τότε σαν δεύτερη μάνα και τα δύο της ανίψια, τον Χρίστο (σήμερα 34 χρονών) και τον Άγγελο (σήμερα 23 χρονών).

 

Κώστας Αθανασιάδης (Αχιλλέας Γραμματικόπουλος) – 52 χρονών, Ελλαδίτης, γιατρός γυναικολόγος, σύζυγος της Άννας.

Γεννήθηκε το 1965 στο Μαρούσι από εύπορους γονείς κι ήταν το μοναχοπαίδι της οικογένειας, καθώς η μητέρα του, για δικούς της λόγους, δεν ήθελε δεύτερο παιδί. Ο πατέρας του ήταν ο σπουδαίος καρδιολόγος Αθανάσιος (Νάσος) Αθανασιάδης, ο οποίος ωστόσο πέθανε από ανακοπή καρδίας παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000, σε ηλικία 65 ετών. Η μητέρα του είναι η γνωστή μυθιστοριογράφος Δανάη Βενέτου, της οποίας το πραγματικό όνομα είναι Πουλχερία Κατσίκα, κόρη του μεγαλέμπορου Φαίδωνος Κατσίκα, που κατηγορήθηκε από κάποιους ως μαυραγορίτης στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, γι’ αυτό άλλαξε το όνομά της για ευνόητους λόγους.

Όταν ήταν μικρός ο Κωνσταντίνος τον φώναζαν οι δικοί του Ντίνο. Αργότερα όμως, όταν έβαλε μυαλό και πήγε για σπουδές στο Λονδίνο, ίδιος το άλλαξε σε Κωνσταντίνο ή Κώστα.

Σαν πλουσιόπαιδο που ήταν, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στα γράμματα. Ότι έπιανε από την παράδοση ήταν ότι ήξερε. Δεν διάβαζε ποτέ. Έτσι, παρόλο που δεν ήταν κακός μαθητής, δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει το όνειρο … των γονιών του, να γίνει γιατρός. Έτσι μετά το λύκειο κατάφερε και μπήκε στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης, αφού όνειρό του ήταν να γίνει ηθοποιός. Μετά από αυτή του την κίνηση, ο πατέρας του δεν ήθελε να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Τον έδιωξε από το σπίτι κι ο Κώστας ταλαιπωρήθηκε, καθώς δεν έβρισκε δουλειά, λόγω των ραδιουργιών του πατέρα του, που του έκανε, χωρίς να το ξέρει, χαλάστρες σε όποιο θέατρο ή τηλεοπτικό σταθμό ο Κώστας ζητούσε να δουλέψει. Κάποια στιγμή, στα 24 του χρόνια, αποφάσισε να κάνει το στρατιωτικό του και, με κάτι άκρες που είχε η μητέρα του, κατάφερε να τον στείλουν στην ΕΛΔΥΚ, καθώς στην Κύπρο είχε κάποιους φίλους από το τη δραματική σχολή.

Εδώ στην Κύπρο γνώρισε σε μια του έξοδο με Κύπριους φίλους την Σταυρούλα Θεωρή. Ο έρωτας μεταξύ τους ήταν κεραυνοβόλος. Ήταν τόσο καλά μαζί και τέτοια η μεταξύ τους χημεία, που ο Κώστας, μετά από μερικούς μήνες, άρχισε να της μιλά ακόμη και για γάμο. Όταν η Σταυρούλα του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος, αρχικά σοκαρίστηκε, όμως δεν το πήρε και σαν το τέλος του κόσμου. Αντίθετα άρχισε να του αρέσει η ιδέα να αποκτήσει παιδί με την αγαπημένη του. Όταν όμως το ανακοίνωσε στη μάνα του, έγινε ο χαμός. Η μάνα του άρχισε να κλαίει από το τηλέφωνο και να του λέει ότι είχε άλλα όνειρα γι’ αυτόν κι όχι να παντρευτεί μια προσφυγοπούλα στην Κύπρο και να μείνει εκεί. Ο Κώστας άντεχε τις πιέσεις, παρά τον εντεινόμενο ψυχολογικό πόλεμο, που έφτασε μέχρι το σημείο της αποκλήρωσής του κι από τους δυο του γονείς.

Τη νύχτα που έσπασαν τα νερά της Σταυρούλας και την μετέφερε στο Μακάρειο Νοσοκομείο, τηλεφώνησε στη μητέρα του για να της ανακοινώσει ότι σε λίγες ώρες θα γινόταν γιαγιά. Η κυρία Δανάη σταμάτησε να μιλά και δεν απαντούσε στον Κώστα που την παρακαλούσε να του μιλήσει. Ο Κώστας έκλεισε τη γραμμή και ξαναπήρε τηλέφωνο αλλά δεν το απαντούσε κανείς. Λίγες ώρες αργότερα τον πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του, ο οποίος του μίλησε για πρώτη φορά μετά από χρόνια. Η φωνή του ήταν αυστηρή κι απόμακρη και του ανακοίνωσε ότι η μητέρα του βρίσκεται στο νοσοκομείο, σε κωματώδη κατάσταση, με προφανή αιτία εγκεφαλικό επεισόδιο. «Μας έκανες πολλά, αλλά το να σκοτώσεις τη μάνα σου παραπάει…» του είπε ο Αθανασιάδης που του ζήτησε να τσακιστεί να πάει αμέσως στην Αθήνα. Ο Κώστας κάθισε, σκέφτηκε, έκλαψε κι έφυγε για το αεροδρόμιο. Επιστρέφοντας στην Αθήνα υποσχέθηκε στη μητέρα του, που άκουγε μόνο αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει, ότι θα κάνει εντατικά μαθήματα, θα καθίσει εξετάσεις και θα μπει σε ιατρική σχολή.

Ζήτησε μόνο από τους γονείς του να του παραχωρούν ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα για την αγαπημένη του και το παιδί του, που τους εγκατέλειψε φεύγοντας σαν κλέφτης. Ο πατέρας του συγκατένευσε αμέσως, προκειμένου «να αγοράσει τον καυγά». Έτσι από τότε κατέθετε στον τραπεζικό λογαριασμό ενός φίλου του στην Κύπρο το συγκεκριμένο ποσό κι εκείνος το έστελνε σε λίρες, μέσα σε φάκελο, στη διεύθυνση της κυρίας Πολυξένης Θεωρή, μητέρας της Σταυρούλας, με παραλήπτη την Σταυρούλα. Αργότερα, όταν ήρθε στην Κύπρο για μόνιμη εγκατάσταση, ανέλαβε ο ίδιος να στέλνει τα λεφτά και μάλιστα στη διεύθυνση της Σταυρούλας, την οποία φρόντισε να μάθει.

Πιστός στη σύζυγό του, δεν θέλησε να αναζητήσει την Σταυρούλα, ούτε να γνωρίσει το παιδί που εγκατέλειψε, καθώς δεν ήξερε αν θα μπορούσε να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση. Πάντως για κάποιο λόγο πίστευε ότι η Σταυρούλα έκανε κόρη.

Ο Κώστας τήρησε την υπόσχεσή του προς τους γονείς του. Κάθισε σε διεθνείς εξετάσεις και πήρε εξαιρετικά υψηλή βαθμολογία, εξασφαλίζοντας θέση στο κορυφαίο στην ιατρική πανεπιστήμιο Imperial College of London. Ξεκίνησε τις σπουδές του στο Λονδίνο το 1991. Το 1996, καθώς ήταν σε νοσοκομείο στο πλαίσιο της εξάσκησής του, βρέθηκε μπροστά σε επείγον περιστατικό μιας Κύπριας φοιτήτριας που χτυπήθηκε από αυτοκίνητο. Ήταν η Άννα Χρυσοχού, με την οποία ο Κώστας συνδέθηκε και σιγά σιγά εξελίχθηκε μεταξύ τους ειδύλλιο.

Δεν ήταν μόνο η ομορφιά της που τον έλκυσε. Ήταν και τα … κυπριακά που μιλούσε, που του θύμιζαν το μεγάλο του έρωτα με την Σταυρούλα. Ήταν ακόμη και το γεγονός ότι η Άννα είχε παιδί, από κάποιον που την άφησε έγκυο στα 18 της και την εγκατέλειψε. Γένννησε το παιδί της κι αφού έμεινε μαζί του ένα χρόνο για να το θηλάζει, έφυγε έπειτα για το Λονδίνο, προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της να γίνει δικηγόρος, αφήνοντας το μωρό στη μητέρα της, που ήταν αρκετά νέα και πρόθυμη να το φροντίζει στην απουσία της μάνας της.

Σύντομα όμως ο Κώστας έπεισε την Άννα να φέρουν το παιδί μαζί τους στο Λονδίνο, αφού ζούσαν μαζί κι είχαν την οικονομική άνεση να πληρώνουν babysitter για όσο θα έλειπαν από το σπίτι. Της είπε ότι στο Λονδίνο το μωρό θα μάθαινε και τα αγγλικά, αφού θα την πήγαιναν σε παιδικό σταθμό και μετά νηπιαγωγείο.

Η Άννα είχε μπροστά της τόσα χρόνια πτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στην νομική, όσα είχε και ο Κώστας για να ολοκληρώσει τις σπουδές, την πρακτική του. Έπειτα δούλεψαν για δύο χρόνια στο Λονδίνο, πριν επιστρέψουν στην Κύπρο το 2005, ξεκινώντας μια νέα ζωή, με το γάμο τους το 2006. Τον ίδιο χρόνο γεννήθηκε και ο γιος τους, ο Νάσος, ενώ η Μαρία, το κορίτσι της Άννας, ήταν ήδη 12 χρονών.

Τώρα ο Κώστας εργάζεται σε ιδιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας, ως γυναικολόγος. Η γυναίκα του, η Άννα, είναι δικηγόρος και έχει για πελάτες της πολλές φυσιογνωμίες του υπόκοσμου.

Άννα Χρυσοχού Αθανασιάδου (Μαρία Μιχαήλ) – 42 χρονών, δικηγόρος, σύζυγος του Κώστα μητέρα της Μαρίας.

Η Άννα γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1976. Πατέρας της ήταν ο μεγαλοδικηγόρος Μιχαλάκης (Λάκης) Χρυσοχόος και μητέρα της η Άλμα (Μαρία) Χρυσοχού, το γένος Θεολόγου, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Λεμεσού. Το όνομα «Άλμα» της το κόλλησε η γιαγιά της

Όταν ήταν μικρή η Άννα ήταν πολύ κακομαθημένη, αφού μέχρι τα 10 της χρόνια ήταν το μοναχοπαίδι των γονιών της. Ό,τι ήθελε το είχε. Πέρασε μια δύσκολη εφηβεία, επαναστατική, που έφερε σε απελπισία τους γονείς της. Είχε μπλεχτεί σε κακές παρέες και κάποιοι από τους σημερινούς της πελάτες ήταν φίλοι της στα εφηβικά της χρόνια.

Το 1993, στα 17 της χρόνια, έμπλεξε με ένα ομορφόπαιδο, τον Μελή Μενελάου – Πρότσα που ήταν ωστόσο μπλεγμένος σε καταστάσεις της νύχτας. Οι γονείς της προσπάθησαν με όλους τους τρόπους να την αποσπάσουν από αυτόν, όμως η Άννα έφτασε στο σημείο να εγκαταλείψει το σπίτι της και να εξαφανιστεί για μέρες, προκειμένου να εκβιάσει του γονείς της να «σεβαστούν» τις αποφάσεις της. Εκείνο το διάστημα έμεινε έγκυος. Ο Μελής της είπε να το ρίξει κι εκείνη τρομοκρατημένη πήγε σε έναν γυναικολόγο, που ωστόσο ήταν γνωστός της μητέρας της, χωρίς η Άννα να το γνωρίζει. Ο γιατρός της όρισε ραντεβού για την επόμενη μέρα, μόλις όμως η Άννα έφυγε, εκείνος πήγε και βρήκε τη μάνα της.

Θεοσεβούμενη καθώς ήταν η μητέρα της Άννας πήρε συμβουλή από τον πνευματικό της να κρατήσει η κόρη της το παιδί, γιατί ο Θεός είναι μεγάλος και θα της συγχωρούσε την αμαρτία που γέννησε εξώγαμο παιδί, ενώ αν το σκότωνε η αμαρτία της θα ήταν χίλιες φορές μεγαλύτερη. Όταν λοιπόν πήγε η Άννα στο ραντεβού της με τον γιατρό, η κυρία Άλμα ήταν εκεί, μαζί με τον Λάκη Χρυσοχό και 2 αστυνομικούς. Μόλις τους είδε ο Μελής το έβαλε στα πόδια, όμως τον παρέλαβαν δυο σεκιουριτάδες, οι οποίοι τον απείλησαν ότι, αν δεν απομακρυνθεί αμέσως από την Μαρία, θα τον γυρεύει η μάνα του και δεν θα τον βρίσκει…

Οι γονείς της Άννας την παρέλαβαν για να την νουθετήσουν, ωστόσο εκείνη επέμενε να θέλει τον Μελή, ο οποίος όμως απομακρύνθηκε, φοβούμενος για τη ζωή του. Σε μια προσπάθεια που έκανε η Άννα να τον συναντήσει στο σπίτι της μάνας του, όπου έμενε, εκείνος την έδιωξε τρομαγμένος και της είπε να μην τον γυρέψει ποτέ ξανά.

Η Άννα πείσθηκε από τη μητέρα της να γεννήσει κανονικά το παιδί της και στη συνέχεια να σπουδάσει, ώστα να κερδίσει πίσω τη ζωή της που κινδύνεψε να τη χαραμίσει με έναν άνθρωπο της νύχτας, που δεν ταίριαζε ούτε στην ίδια ούτε στην κοινωνική τάξη της οικογένειάς της.

Η Άννα προετοιμάστηκε για διεθνείς εξετάσεις και πέτυχε θέση στο Queen Mary University του Λονδίνου. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (μάστερ) στο King’s University του Λονδίνου.

Το 1996 που η Άννα πήγε στο Λονδίνο, είχε την ατυχία να την χτυπήσει αυτοκίνητο και να μεταφερθεί στα επείγοντα του νοσοκομείου, στο οποίο έκανε πρακτική εξάσκηση ένας φοιτητής της ιατρικής από την Αθήνα, ο Κωνσταντίνος Αθανασιάδης. Οι δυο τους συνδέθηκαν και ξεκίνησαν να είναι σε σχέση. Επειδή ο Κώστας έβλεπε τη Μαρία να έχει διαρκώς στη σκέψη της το παιδί της, της είπε να το φέρουν μαζί τους στο Λονδίνο, αφού είχαν κι οι δυο την οικονομική δυνατότητα να του εξασφαλίσουν babysitter για τις ώρες που θα έλειπαν από το σπίτι, ενώ αργότερα θα μπορούσαν επίσης να πληρώνουν παιδικό σταθμό, νηπιαγωγείο και σχολεία. Επειδή επρόκειτο να μείνουν για χρόνια στο Λονδίνο, λόγω σπουδών, η Άννα συμφώνησε και έτσι πήραν μαζί τους το παιδί.

Η σχέση της Άννας με τον Κώστα ήταν σταθερή, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και στο τέλος τους οδήγησε σε γάμο, το 2006, αφού έκαναν ένα (???) ακόμη παιδί, τον Νάσο Αθανασιάδη, 12 χρονών σήμερα.

Σήμερα η Άννα εργάζεται ως δικηγόρος και επικεφαλής του δικηγορικού γραφείου του πατέρα της στο παράρτημα της Λευκωσίας, ενώ επικεφαλής του γραφείου στη Λεμεσό είναι ο μικρότερός της αδελφός, ο Πέτρος, 32 ετών, που επίσης σπούδασε στο Λονδίνο.

Πελάτες της Άννας είναι πολλοί διαβόητοι τύποι της νύχτας. Κάποια στιγμή η Άννα ρώτησε κοινούς της φίλους με τον Μελή αν ξέρουν πού βρίσκεται και της είπαν ότι έφυγε για την Ελλάδα γύρω στο 1995 κι από τότε έριξε μαύρη πέτρα πίσω του.

Ο Μελής (τώρα πια Μέλιος) Μενελάου – Πρότσας, θα εμφανιστεί ξανά στη ζωή τους, πια σαν ένας 45άρης επιχειρηματίας, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, που διεκδικεί ρόλο στη ζωή της κόρης του, της Μαρίας, ενώ μετά την τυχαία συνάντησή του με την Άννα, παλινδρομεί νοσταλγικά στον παλιό τους έρωτα. Η επιμονή του να γνωρίσει την κόρη του προκαλεί σοβαρό πρόβλημα στην Άννα, πολύ περισσότερο που ο Μέλιος θα αρχίσει να της αφήνει υπονοούμενα και για τους δυο τους…

Δημήτρης Χριστάκη (Γρηγόρης Γεωργίου) – 28 χρονών, φοιτητής ιατρικής στο πανεπιστήμιο Κύπρου. Γιος της Σταυρούλας Θεωρή.

Ήταν πάντα παιδί ντροπαλό, αφοσιωμένο στα γράμματα, όπως τον ήθελε η μάνα του. Γιατί την αγαπούσε πολύ και της χρωστούσε μια βαθιά κι απέραντη ευγνωμοσύνη για το ό,τι εκείνη ζούσε πρώτα γι’ αυτόν κι έπειτα για τον εαυτό της. Γιατί  στάθηκε πάντα δίπλα του, φύλακας άγγελος, παρά την πίκρα της εγκατάλειψης που βίωσε από το πρώτο δευτερόλεπτο που τον γέννησε, εκείνο το πρωϊνό του Μάη, του 1990, όταν συνειδητοποίησε πως ο άντρας που αγάπησε έφυγε από κοντά της χωρίς να της δώσει καμία εξήγηση. Το όνομά του ήταν Ντίνος και ήταν «Καλαμαράς», στρατιώτης στην ΕΛΔΥΚ. Της πούλησε τα γνωστά «καλαμαρίστικα» φούμαρα κι η φτωχή η Σταυρούλα τον πίστεψε. Όμως δεν άφησε την πίκρα να την λυγίσει. Αφιέρωσε όλη της τη ζωή στο παιδί της κι ο Δημήτρης είχε πλήρη επίγνωση της θυσίας που έκανε γι’ αυτόν η μάνα του.

Έτσι μόλις μπήκε στην εφηβεία και μπορούσε να δουλεύει, έπιασε δουλειά παρτάιμ, για να βγάζει από μόνος του το χαρτζιλίκι του, παρόλο που η μάνα του είχε πάντα κι ανελλιπώς κάθε μήνα γι΄ αυτόν φυλαγμένο ένα συγκεκριμένο ποσό και του το έδινε βρέξει χιονίσει, όσο κι αν της έλεγε ο Δημήτρης πως δεν το χρειάζεται.

Αυτό το ποσό το φύλαγε στο δεφτεράκι του, πιστός στο μότο «φασούλι-φασούλι γεμίζει το σακούλι» και δεν άκουγε το θείο του, τον Λοΐζο, που πάντα έλεγε πως ο άνθρωπος πρέπει να περνά καλά τη ζωή του κάθε στιγμή κι ότι με το «φασούλι-φασούλι γεμίζει το σακούλι» στο τέλος θα έτρωγε σκέτα φασούλια και τίποτε παραπάνω.

Ο Λοΐζος Χριστάκη Κόκοτας, ήταν ο άντρας της συγχωρεμένης της θειας του, της Χρυσάνθης Θεωρή Χριστάκη, αδελφής της μάνας του, που πέθανε στα 30 της χρόνια, το 1992, από καρκίνο, καταλείποντας μια οικογένεια που τη λάτρευε: τη μάνα, την αδερφή της, το οκτάχρονο αγοράκι της κι έναν άντρα που ζούσε μόνο γι’ αυτήν. Ο θείος Λοΐζος ήταν ο άνθρωπος που του στάθηκε σαν πατέρας, αφού τον υιοθέτησε από τις πρώτες ημέρες που γεννήθηκε, όπως ήταν η επιθυμία της αγαπημένης του Χρυσάνθης, που ήθελε να προστατέψουν όσο μπορούσαν την ανύπανδρη αδελφή της, την Σταυρούλα και το μωρό της από την κακία της κοινωνίας. Έτσι ο Δημήτρης, που πήρε το όνομά του από τον συγχωρεμένο τον παππού του από την πλευρά της μάνας του, πήρε το επίθετο του θείου του, υπογράφει δηλαδή ως Δημήτρης Χριστάκη, παρόλο που οι παιδικοί του φίλοι τον φωνάζουν και με το παρατσούκλι του θείου του, δηλαδή «Κόκοτα».

Όταν, δύο χρόνια μετά τη γέννησή του, η θεια του η Χρυσάνθη πέθανε, η μάνα του ήταν εκείνη που στάθηκε στον κατά 6 χρόνια μεγαλύτερο εξάδελφό του, τον Χρίστο, σαν δεύτερη μάνα. Έτσι ο Δημήτρης κι ο Χρίστος όντας ξαδέλφια στη συγγένεια, ήταν πιο πολύ σαν αδέλφια, αφού στον μεν Δημήτρη στάθηκε σαν πατέρας ο πατέρας του Χρίστου στον δε Χρίστο στάθηκε σαν μάνα η μάνα του Δημήτρη.

Ο Δημήτρης είναι ωραίο παιδάκι αν και δεν το ξέρει. Ποτέ δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το τι θα φορέσει ή για το πώς θα χτενίσει τα μαλλιά κι ούτε ποτέ συνειδητοποίησε ότι στην πραγματικότητα θα μπορούσε να ήταν πολύ γοητευτικός αν πρόσεχε λίγο την εμφάνισή του.  Ο Δημήτρης πήγε στο δημοτικό του συνοικισμού της Ανθούπολης, στο γυμνάσιο της Ανθούπολης και στο λύκειο Αγίου Γεωργίου Λακατάμιας. Ήταν πολύ καλός μαθητής και ήθελε να σπουδάσει γιατρός. Επειδή όμως δεν είχε χρήματα, σπούδασε νοσοκόμος στη Σχολή Επιστημών Υγείας του ΤΕΠΑΚ. Μόλις όμως τελείωσε νοσοκόμος πήρε τη μεγάλη απόφαση να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει γιατρός, αφού στο μεταξύ λειτούργησε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου η Ιατρική Σχολή. Μπήκε στη σχολή με υψηλή βαθμολογία το 2015, μόλις τελείωσε τις σπουδές του στο ΤΕΠΑΚ.

Εκεί ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ένα βράδυ την Μαρία Αθανασιάδη, φοιτήτρια της νομικής, που είναι 6 χρόνια μικρότερή του. Το βράδυ που την πάτησε μαζί της ήταν σε μια φοιτητική εκδήλωση, μαζί με δυο συμφοιτήτριές του, φιλενάδες φιλενάδων της Μαρίας. Κάποια στιγμή πρόσεξε έναν τυπά να πλησιάζει τη Μαρία, που ήταν πάνω στα ποτά της, και να της μιλά. Τότε η Μαρία τον έφτυσε κανονικά και κατευθύνθηκε προς τον Δημήτρη. Του χάιδεψε τα μαλλιά και τον φίλησε. Τάχα ότι ήταν το αγόρι της ο Δημήτρης, προκειμένου να ξεκολλήσει ο άλλος και να την αφήσει ήσυχη. Μάλιστα του ζήτησε ουσιαστικά να τη φυγαδεύσει στο τέλος της βραδιάς, για να μην την ενοχλήσει ο άλλος, έτσι όπως ήταν και πιωμένη.

Φεύγοντας λοιπόν από την εκδήλωση μαζί ο Δημήτρης και η Μαρία, τους σταμάτησε ο τυπάς, που ήταν κι εκείνος πιωμένος κι άρχισε να φωνάζει στη Μαρία ότι είναι σκάρτη, ότι πρόδωσε τη σχέση τους και ότι φιλιέται με άλλον μπροστά του για να του τη σπάσει! Ο τυπάς τρελαινόταν όλο και πιο πολύ καθώς της έλεγε τα παράπονά του, οπότε ο Δημήτρης μπήκε στη μέση για να προστατεύσει τη Μαρία. Τότε ο τυπάς του έσκασε μια γροθιά στο μάτι κι ο Δημήτρης έπεσε χάμω σαν νεκρός. Νομίζοντας ο άλλος ότι τον σκότωσε, το έβαλε στα πόδια. Η Μαρία τρομοκρατημένη άρχισε να φωνάζει βοήθεια, αλλά ο Δημήτρης «συνήλθε» και τη ρώτησε αν έφυγε ο τυπάς, για να σηκωθεί.

Η Μαρία αναστατωμένη του ζήτησε να την πάει στο σπίτι της, αφού αυτός ήταν νηφάλιος, αλλά από τη στιγμή που την άφησε έξω από το σπίτι της κι έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, ήταν λες και δεν γνωρίστηκαν ποτέ, λες και δεν συνέβησαν ποτέ τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς. Η Μαρία δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον, ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε ένα μήνυμα και – το χειρότερο- ούτε καν μπήκε στον κόπο να τον κάνει accept στο Facebook! Πλήρης αδιαφορία!

Από εκείνη τη στιγμή τον κυρίευσε η πίκρα ότι η Μαρία του έδωσε άκυρο επειδή δεν κατάφερε να την προστατεύσει σαν άντρας, αντίθετα κάθισε και τις έφαγε σαν μαλάκας. Πολύ περισσότερο που βλέπει τη Μαρία στο πανεπιστήμιο να μιλά κανονικά πια με τον τυπά, σαν να μην ήταν η ίδια κοπέλα που προσπαθούσε να τον αποφύγει εκείνο το βράδυ κι αυτό τρελαίνει τον Δημήτρη, του βάζει στο νου ιδέες ότι απλά τον εκμεταλλεύτηκε για να κάνει τις κόνξες της στον τυπά και του προκαλεί μια αβάσταχτη ζήλεια που του καίει τα σωθικά.

Ο Δημήτρης γενικά δεν «το έχει» με τις γυναίκες. Αυτή όμως η ντροπαλότητα και αδεξιότητά του προκαλεί συχνά το ενδιαφέρον σε μεγαλύτερες γυναίκες, όπως π.χ της Κρίστιας (Χρυστάλλας) Κουμουλλή, μιας γυναίκας μεταξύ 45 και 50, που ανήκει στο γραμματειακό προσωπικό του πανεπιστημίου. Η Κρίστια, διαζευγμένη εδώ και χρόνια, είναι πολύ συγκινημένη με την περίπτωση του Δημήτρη, για τον αγώνα δηλαδή που έδωσε αυτό το παιδί τόσα χρόνια στη ζωή.

Η ίδια πιστεύει ότι μια ώριμη γυναίκα θα μπορούσε να μάθει πολλά πράγματα για τη ζωή σε ένα νεότερό της. Ο Δημήτρης όμως εκλαμβάνει το ενδιαφέρον της Κρίστιας περίπου σαν … μητρικής φύσεως.

Ο Δημήτρης διαθέτει μια πλούσια φαντασία και πολλές φορές αφαιρείται βλέποντας σαν σε όνειρο πράγματα που θα ήθελε ή που φοβάται ότι θα συμβούν. Το περίεργο είναι ότι αυτά που βλέπει στα …οράματά του και αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις, στην εξέλιξη του χρόνου επιβεβαιώνονται με έναν απροσδόκητο τρόπο…

Εκείνος που προσπαθεί να «σουλουπώσει» τον Δημήτρη και να τον φέρει «σε λογαριασμό», ώστε να τον προσέξουν επιτέλους οι γυναίκες και ιδιαίτερα η κοπέλα που τον ενδιαφέρει, είναι ο ξάδελφός του, ο Χρίστος. Μεγαλωμένος κι αυτός από τους ίδιους ανθρώπους που μεγάλωσαν τον Δημήτρη, δηλαδή από τον πατέρα του και τη θεία του και καθώς ο πατέρας του για πολλά χρόνια δεν είχε σταθερό εισόδημα, χρησιμοποιούσε πάντα στη ζωή του την καπατσοσύνη του και τη … γοητεία του για να πετυχαίνει τους στόχους του. Προσπαθεί λοιπόν με την …εμπειρία του να μεταμορφώσει και τον Δημήτρη σε γοητευτικό άντρα, με σκοπό να τα καταφέρει επιτέλους με τη Μαρία. Αυτό που ωστόσο δεν ξέρουν ακόμη οι δυο τους είναι ότι φλερτάρουν την ίδια κοπέλα…

Μαρία Αθανασιάδου (Μαρίλια Χαριδήμου)  – 24 χρονών, φοιτήτρια της νομικής στο πανεπιστήμιο Κύπρου.

Η Μαρία γεννήθηκε το 1994 στο ιδιωτικό νοσοκομείο στη Λευκωσία όπου εργάζεται ο πατριός της, πασίγνωστος γυναικολόγος Κώστας Αθανασιάδης, από την Αθήνα. Μητέρα της είναι η Άννα Χρυσοχού Αθανασιάδη, δικηγόρος και διευθύντρια του μεγάλου δικηγορικού γραφείου «Χρυσοχός και Σία». Τον βιολογικό της πατέρα της η Μαρία δεν τον γνώρισε ποτέ, γιατί εγκατέλειψε τη μητέρα της μόλις έμαθε ότι ήταν έγκυος.

Τον πρώτο χρόνο η Άννα ήταν μαζί με το μωρό της και το θήλαζε. Στο δεύτερο χρόνο όμως την φρόντιζε η γιαγιά της, που ήταν αρκετά νέα τότε (50 ετών). Όταν όμως η Μαρία έγινε 3 χρονών, η Άννα την πήγε μαζί της στο Λονδίνο, έπειτα από προτροπή του αγαπημένου της,

Κώστα Αθανασιάδη. Έτσι η Μαρία έζησε στο Λονδίνο από τα 3 μέχρι τα 10 της χρόνια, όπου και έμαθε καλά τα Αγγλικά.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο η Μαρία συνέχισε σε ιδιωτικό δημοτικό και δευτεροβάθμιο σχολείο στη Λευκωσία.

Στο χαρακτήρα ως έφηβη έμοιαζε πολύ στη μητέρα της. Ατίθαση, επαναστάτρια, έφτιαξε σχέση με έναν αληταρά, τον Πάμπο, που είναι 4 χρόνια μεγαλύτερός της και που δεν ήθελε ούτε για αστείο να του λέει η Μαρία ότι θα φύγει για σπουδές στο Λονδίνο. Την έπεισε ότι είναι καλύτερα να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου για να είναι μαζί. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και πείσμα η Μαρία για να πείσει τους γονείς της, αλλά τα κατάφερε.

Ωστόσο με τον καιρό η σχέση της με τον Πάμπο χάλασε. Ο Πάμπος άρχισε να γίνεται προσβλητικός απέναντι της μπροστά σε άλλους ενώ μερικές φορές πάνω στα νεύρα του την χτύπησε κιόλας. Κάθε φορά όμως της ζητούσε συγνώμη πολύ μετανιωμένος κι η Μαρία τον συγχωρούσε. Ώσπου τον έπιασε να φιλιέται με άλλην. Εκεί του έριξε Χ και του είπε οριστικά να μην την ενοχλήσει ξανά.

Ο Πάμπος ωστόσο δεν ήθελε να κάνει πίσω, παρόλο που η Μαρία δεν ήθελε πια να τον βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Ένα βράδυ, σε μια φοιτητική εκδήλωση ο Πάμπος εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της και άρχισε να της ζητά πιεστικά να πάνε κάπου μόνοι να μιλήσουν.

Τότε η Μαρία, που ήταν πάνω στα ποτά της και γούσταρε πολύ να του την σπάσει, πήγε και φίλησε ένα ντροπαλό παιδί που ήταν στην παρέα της κι είχε έρθει μαζί με κάτι φίλες των φιλενάδων της. Μάλιστα συνέχισε να φλερτάρει μαζί του, με σκοπό να κάνει τον Πάμπο να σκάσει.

Φεύγοντας από την εκδήλωση, ζήτησε από το παιδί εκείνο, τον Δημήτρη, να τη συνοδέψει μέχρι το αυτοκίνητό της. Τότε μπήκε μπροστά τους ο Πάμπος ο οποίος άρχισε να φωνάζει και να την κατηγορεί ότι τον πρόδωσε. Μπήκε στη μέση ο Δημήτρης για να την προστατεύσει, όμως ο Πάμπος του έριξε μια μπουνιά στο μάτι, τόσο δυνατή, που ο Δημήτρης έπεσε χάμω σαν νεκρός. Ο Πάμπος τότε φοβήθηκε ότι τον σκότωσε κι εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Την επόμενη μέρα ο Πάμπος της έστειλε λουλούδια με μια φίλη της, γράφοντάς της πάνω σε μια κάρτα «Συγχώρα με! Σ’ αγαπώ μωρό μου!».

Είναι η φάση της ιστορίας όπου βρισκόμαστε τώρα. Η Μαρία αποφάσισε να δώσει άλλη μια ευκαιρία στον Πάμπο, όμως ο άνθρωπος δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Ο Πάμπος θα παραμείνει ο ίδιος. Η Μαρία θα το καταλάβει πολύ σύντομα ότι έκανε λάθος που επέστρεψε κοντά του.

 

Χρίστος Χριστάκη (Γιώργος Τζωρτζής) – 34 χρονών, εργάζεται σε εταιρεία πωλήσεων αυτοκινήτων, γιος του Λοΐζου, αδελφός του Άγγελου, εξάδελφος του Δημήτρη.

Ο Χρίστος γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1984 στο Μακάρειο νοσοκομείο της Λευκωσίας. Μάνα του ήταν η Χρυσάνθη Θεωρή – Χριστάκη, πρόσφυγας από τον Καραβά κι ο πατέρας του ο Λοϊζος Χριστάκη από τη Βορόκλινη. Μεγάλωσε σε μια γειτονιά της παλιάς Αγλαντζιάς, σ΄ένα σπίτι που οι γονείς του αγόρασαν με δάνειο και προσφυγική βοήθεια από το κράτος. Τη μάνα του μόλις που τη θυμάται, ένα γλυκό πρόσωπο σαν την Παναγιά, να διαχέεται μέσα σε λευκό φως. Πιο πολύ τα χέρια της νιώθει ακόμη μέχρι και σήμερα να αγκαλιάζουν ολόκληρο το κορμί του, σε μια απέραντη, ζεστή αγκαλιά της μάνας, που ήξερε ότι χάνει για πάντα το παιδί της κι ήθελε να του μεταδώσει προκαταβολικά όλη την αγάπη που θα του στερούσε φεύγοντας για το μακρινό της ταξίδι.

Η μάνα του πέθανε όταν ήταν οκτώ χρονών και τη θέση της πήρε η θεία του, η Σταυρούλα, ανύπαντρη μητέρα του πρώτου του εξαδέλφου, του Δημήτρη, που είναι 6 χρόνια μικρότερος από τον Χρίστο.

Ο Χρίστος αγαπά τον Δημήτρη και προσπαθεί να τον «σουλουπώσει» μήπως και «σταυρώσει» καμιά γυναίκα. Καθώς μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρίς οικονομική άνεση, ο Χρίστος χρειάστηκε να αξιοποιήσει την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του για να επιτύχει στόχους που έβαλε. Στις γυναίκες γενικά περνιέται σαν ωραίος, αλλά τις εκνευρίζει πολύ η υπεροψία και η «αππωμάρα» του, με αποτέλεσμα να μην είναι τελικά και τόσο αποτελεσματικός στα φλερτ του όσο παινεύεται ο ίδιος ότι είναι.

Εργάζεται ως «διευθυντής πωλήσεων» σε μάντρα αυτοκινήτων κι αυτή είναι μια δουλειά που του περνά πολύ, καθώς διαθέτει το μπλα-μπλα και την πειθώ. Προκειμένου να πείσει τον άλλον η γλώσσα του είναι «ροδάνι». Πουλά ψυγείο σε Εσκιμώους, που λέμε. Δεν μπήκε σε πανεπιστήμιο γιατί δεν ήταν ιδιαίτερα καλός μαθητής, καθώς δεν τον ενδιέφερε το σχολείο. Παρακολούθησε όμως μαθήματα δημοσίων σχέσεων σε ιδιωτικό κολλέγιο.

Από μικρός γούσταρε να πουλά. Πουλούσε παλιοπράγματα στους συμμαθητές του, πείθοντάς τους ότι είναι χρήσιμα. Σχέσεις είχε ελάχιστες κι εκείνες βραχύβιες, διότι οι γυναίκες δεν τον αντέχουν πολύ καιρό. Βασικά, πέρα από τον ενοχλητικό εγωκεντρισμό του που δεν υποφέρεται, οι γυναίκες δεν τον παίρνουν στα σοβαρά.

Τον θεωρούν αναξιόπιστο, διότι έχει το ψέμα πίσω από τη γλώσσα του. Επιπλέον δεν ήταν ποτέ πιστός σε μία σχέση και πάντα τα κατάφερνε με κάποιο τρόπο να «καρφωθεί» όποτε έκανε την απιστία.

 

Νίκος Νικολή (Πέτρος Γιωρκάτζης) – 28 χρονών, κολλητός του Δημήτρη, εργάζεται σε εταιρεία ενοικιάσεων μοτοσικλετών

Κολλητός του Δημήτρη. Σπούδασε μουσική και ελληνική φιλολογία. Όμως είναι μποέμ τύπος και δεν καλουπιάζεται.  Δεν έχει διοριστεί ως καθηγητής αλλά δεν τον νοιάζει. Εργάζεται όπου βρει. Επίσης παίζει διάφορα όργανα και τραγουδά με διάφορες μπάντες σε ταβερνούλες, μπαράκια και σε γάμους. Είναι παιδί που του αρέσει η ζωή και θέλει να περνά καλά. Αλλάζει τις γυναίκες όπως τα πουκάμισα, διότι δεν βρίσκει με καμιά την απόλυτη ευτυχία που αναζητά. Δεν αντέχει τις ιδιοτροπίες και τη μουρμούρα κι έτσι προχωρεί με την πρώτη ευκαιρία στην επόμενη.

 

Βίκη Μενελάου (Σαββίνα Γεωργίου) – 24 χρονών, φοιτήτρια, φίλη της Μαρίας.

Από πλούσια οικογένεια, είναι σοβαρό κορίτσι. Της αρέσει να ζει τη ζωή της, αλλά χωρίς υπερβολές και πάντοτε έχοντας στο μυαλό της συγκεκριμένο πλάνο με στόχους τους οποίους θέλει να επιτύχει. Γοητεύεται από τον Δημήτρη όχι για την εξωτερική του εμφάνιση αλλά γιατί διαισθάνεται ότι πρόκειται για ένα σοβαρό παιδί που – όπως κι αυτή- έχει στόχους στη ζωή του και δεν υπάρχει περίπτωση να μην τους πετύχει. Είναι μεθοδική και ξέρει πώς να πετυχαίνει αυτό που θέλει. Η περίπτωση του Δημήτρη όμως είναι πολύ δύσκολη…

Άγγελος Χριστάκη (Άλκης Χρίστου) – 24 χρονών, γιος του Λοϊζου.

Ο μικρότερος γιος του Λοϊζου κι εξάδελφος του Δημήτρη. Δεν έχει σπουδάσει κάτι, γιατί ακόμη δεν ξέρει τι θέλει στη ζωή του. Το παίζει μαγκάκι αλλά στο βάθος είναι πολύ ευαίσθητος και συναισθηματικός. Αλλάζει συχνά δουλειές, διότι είναι αρκετά ανεύθυνος και δεν στεριώνει εκεί που τον προσλαμβάνουν. Το ξέρει ότι είναι ανώριμος κι ανεύθυνος κι ότι είναι πολύ πιο κάτω από τις προσδοκίες που είχε ο πατέρας του γι’ αυτόν, όμως πιστεύει πως θα έρθει η μέρα που όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο κι αυτός θα ωριμάσει επιτέλους σαν άντρας.

 

Δάφνη Παπαδοπούλου (Ευφροσύνη Κουτσουβέρη) – 24 χρόνων – φοιτήτρια από Ελλάδα.

Η Δάφνη ήρθε από την Ελλάδα στην Κύπρο για να σπουδάσει δασκάλα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Με χίλια ζόρια τα βγάζει πέρα με τα οικονομικά, καθώς ο πατέρας της τους εγκατέλειψε εδώ και χρόνια ενώ η μάνα της αντιμετωπίζει προβλήματα με την υγεία της. Ωστόσο η Δάφνη είναι δυναμικός χαρακτήρας και δεν τα βάζει κάτω. Είναι αποφασισμένη να κερδίσει τη μάχη με τη μοίρα της και να αποκτήσει εκείνα που ονειρεύεται στη ζωή της. Παράλληλα με τις σπουδές της εργάζεται σε όποια δουλειά βρει, για να βγάζει όχι μόνο το δικό της χαρτζιλίκι αλλά και για να στηρίζει τη μάνα της, που ήρθε στην Κύπρο τους τελευταίους μήνες, αφού έμεινε άνεργη, λόγω της οικονομιικής κρίσης στην Ελλάδα αλλά και λόγω των προβλημάτων με την υγεία της.

Τάσος Αναστασίου (Γιώργος Ευαγόρου)  – 28 χρονών, υπάλληλος εταιρίας κούριερ.

Είναι το αγόρι της Μαρίας. Ανώριμος και σε μεγάλο βαθμό μεμψίμοιρος και αυτοκαταστροφικός, προσπαθεί να αντισταθμίσει τις ανασφάλειές του με πομπώδεις συμπεριφορές, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους και κυρίως με τις γυναίκες. Είναι με άλλα λόγια καβγατζής αλλά και «καμάκι». Με τη Μαρία η σχέση τους είναι πια εξαιρετικά εύθραυστη, αφού η Μαρία, καθώς ωριμάζει σαν γυναίκα, άρχισε να συνειδητοποιεί ήδη ότι ο  δεσμός της μαζί του δεν έχει μέλλον, αφού όλο και λιγοστεύουν τα κοινά τους ενδιαφέρονται και οι αναζητήσεις.